Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to answer back
01
αντιμιλώ, αντιφέρομαι
to respond to a person in authority, such as a parent or teacher, in a manner that is impolite or disrespectful
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
answer
ενεστώτας
answer back
γ΄ ενικό πρόσωπο
answers back
ενεστώτα μετοχή
answering back
απλός αόριστος
answered back
παθητική μετοχή
answered back
Παραδείγματα
The student was reprimanded for answering back to the teacher when asked to do their homework.
Ο μαθητής επιπλήχθηκε γιατί απάντησε στον δάσκαλο όταν του ζητήθηκε να κάνει την εργασία του.
02
απαντώ μετά τη σκέψη, απαντώ με καθυστέρηση
to respond to a question after some time of thinking or delay
Παραδείγματα
I need more time to think about your proposal; I'll answer back tomorrow with my decision.
Χρειάζομαι περισσότερο χρόνο να σκεφτώ την πρότασή σας· θα απαντήσω αύριο με την απόφασή μου.



























