outsourcing
out
ˈaʊt
awt
sour
ˌsɔ:
saw
cing
sɪng
sing
coursing

Ορισμός και σημασία του "outsourcing"στα αγγλικά

01

απεξώτερση, υποομάδα

the process of having someone outside of a company provide goods or services for that company 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

outsourcing
outsource

out

+

source

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store