Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bailout
01
οικονομική διάσωση, διάσωση
an act of giving money to a foreign country, a failing company, or an organization on the verge of collapse to ensure their safety from bankruptcy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bailouts
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bailout
bail
out



























