Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to self-report
01
αυτο-αναφορά, κάνω αυτο-αναφορά
to freely provide information about oneself, often related to personal experiences, behaviors, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
self-report
γ΄ ενικό πρόσωπο
self-reports
ενεστώτα μετοχή
self-reporting
απλός αόριστος
self-reported
παθητική μετοχή
self-reported
Παραδείγματα
Drivers involved in a minor accident may need to self-report the incident to their insurance company.
Οι οδηγοί που εμπλέκονται σε ένα μικρό ατύχημα μπορεί να χρειαστεί να αυτο-αναφέρουν το περιστατικό στην ασφαλιστική τους εταιρεία.



























