debt relief
debt
dɛt
det
re
ri
lief
ˈli:f
lif

Ορισμός και σημασία του "debt relief"στα αγγλικά

01

απαλλαγή από χρέη, έκπτωση χρέους

the act of remitting a person or organization's debts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store