Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bobsled
01
μπόμπσλεϊ, αγωνιστικό έλκηθρο
a long racing sled (for 2 or more people) with a steering mechanism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bobsleds
02
μπόμπσλεϊ, διπλό έλκηθρο
formerly two short sleds coupled together
03
μπόμπσλεϊ, έλκηθρο
a winter sport where teams of two or four athletes ride a sled down a narrow, twisting, ice-covered track
Παραδείγματα
Bobsled is known for its thrilling speed and challenging curves.
Το μπόμπσλεϊ είναι γνωστό για την συναρπαστική ταχύτητα και τις απαιτητικές στροφές του.
to bobsled
01
κάνω μπόμπσλεϊ, οδηγώ μπόμπσλεϊ
ride a bobsled
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
bobsled
γ΄ ενικό πρόσωπο
bobsleds
ενεστώτα μετοχή
bobsledding
απλός αόριστος
bobsledded
παθητική μετοχή
bobsledded



























