Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Parenting
01
ανατροφή των παιδιών, γονική μέριμνα
the process of raising or taking care of one's child or children
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She read several books on parenting to prepare herself for the arrival of her first child.
Διάβασε πολλά βιβλία για τη γονική μέριμνα για να προετοιμαστεί για την άφιξη του πρώτου της παιδιού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
parenting
parent



























