parer
pa
ˈpɛə
peē
rer
ər
ēr
paperpawerpacerpager

Ορισμός και σημασία του "parer"στα αγγλικά

01

ένα μικρό κοφτερό μαχαίρι που χρησιμοποιείται για το ξεφλούδισμα φρούτων ή λαχανικών

a small sharp knife used in paring fruits or vegetables 
parer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parers
02

κουρευτής νυχιών

a manicurist who trims the fingernails 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store