Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Parer
01
ένα μικρό κοφτερό μαχαίρι που χρησιμοποιείται για το ξεφλούδισμα φρούτων ή λαχανικών
a small sharp knife used in paring fruits or vegetables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parers
02
κουρευτής νυχιών
a manicurist who trims the fingernails



























