co-parent
co
kəʊ
kew
pa
peə
pe
rent
rənt
rēnt

Ορισμός και σημασία του "co-parent"στα αγγλικά

01

συν-γονέας, κοινός γονέας

a person who shares the responsibilities of raising a child 
co-parent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
co-parents
Παραδείγματα
Sarah and Tom are dedicated co-parents, sharing the responsibilities of raising their children equally. 

Η Σάρα και ο Τομ είναι αφοσιωμένοι συν-γονείς, μοιράζονται τις ευθύνες της ανατροφής των παιδιών τους εξίσου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store