easy-going
Pronunciation
/ˈiːziɡˈoʊɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "easy-going"στα αγγλικά

easy-going
01

χαλαρός, ήρεμος

calm and not easily worried or annoyed
easy-going definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most easy-going
συγκριτικός βαθμός
more easy-going
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He ’s so easy-going that even when plans change, he just goes with the flow.
Είναι τόσο χαλαρός που ακόμα και όταν αλλάζουν τα σχέδια, απλά ακολουθεί τη ροή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store