single parent
sin
ˈsɪn
sin
gle
gəl
gēl
pa
peə
pe
rent
rənt
rēnt

Ορισμός και σημασία του "single parent"στα αγγλικά

01

μονόδικος γονέας, μονογονεϊκή οικογένεια

a person who raises a child or children without a partner 
Dialectamerican flagAmerican
single parent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
single parents
Παραδείγματα
As a single parent, she works hard to provide for her children and give them the best possible life. 

Ως μονός γονέας, εργάζεται σκληρά για να συντηρήσει τα παιδιά της και να τους δώσει την καλύτερη δυνατή ζωή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store