Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Window shopping
01
χάζι στις βιτρίνες, βόλτα στις βιτρίνες
the activity of just looking at the goods in the windows of stores without going inside and buying something
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I spent the afternoon window shopping downtown.
Πέρασα το απόγευμα χαζεύοντας βιτρίνες στο κέντρο.



























