window shopping
win
ˈwɪn
ουιν
dow
dəʊ
ντεου
sho
ʃɒ
σο
pping
pɪng
πινγκ
window-shopping

Ορισμός και σημασία του "window shopping"στα αγγλικά

Window shopping
01

χάζι στις βιτρίνες, βόλτα στις βιτρίνες

the activity of just looking at the goods in the windows of stores without going inside and buying something 
window shopping definition and meaning
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
I spent the afternoon window shopping downtown. 

Πέρασα το απόγευμα χαζεύοντας βιτρίνες στο κέντρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store