midlife crisis
mid
ˈmɪd
mid
life
laɪf
laif
cri
kraɪ
krai
sis
sɪs
sis

Ορισμός και σημασία του "midlife crisis"στα αγγλικά

Midlife crisis
01

κρίση μέσης ηλικίας, κρίση των σαράντα

a period of emotional or personal turmoil experienced by some people in middle adulthood 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
midlife crises
Παραδείγματα
He bought a sports car during his midlife crisis. 

Αγόρασε ένα σπορ αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια της κρίσης της μέσης ηλικίας του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store