Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
εγχείρηση, χειρουργική επέμβαση
a medical operation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
OPs
LanGeek
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εγχείρηση, χειρουργική επέμβαση
LanGeek