OP
Pronunciation
/ˈɑp/, /ˈɔp/

Ορισμός και σημασία του "OP"στα αγγλικά

01

εγχείρηση, χειρουργική επέμβαση

a medical operation
OP definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
OPs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store