hospitalist
hos
ˈhɒs
χοσ
pi
πι
ta
τα
list
lɪst
λιστ

Ορισμός και σημασία του "hospitalist"στα αγγλικά

01

νοσοκομειακός ιατρός, ιατρός νοσοκομείου

a licensed physician who provides care for patients in a hospital 
hospitalist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hospitalists

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hospitalist
hospital
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store