pharyngology
pharyngology
færɪnggɒləʤi
fāringgolēji

Ορισμός και σημασία του "pharyngology"στα αγγλικά

01

φαρυγγολογία, μελέτη του φάρυγγα και των ασθενειών του

the branch of medicine primarily concerned with the pharynx and and treatment of its diseases 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pharyngologies

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store