osteoplasty
Pronunciation
/ˈɑːstɪˌɑːplɐsti/

Ορισμός και σημασία του "osteoplasty"στα αγγλικά

01

οστεοπλαστική

the branch of surgery that deals with bone repair or bone grafting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store