Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Osteoplasty
01
οστεοπλαστική
the branch of surgery that deals with bone repair or bone grafting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
οστεοπλαστική