Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ostracize
01
οστρακίζω, αποκλείω
to exclude someone from a community or group as a form of punishment or social rejection
Transitive: to ostracize sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ostracize
γ΄ ενικό πρόσωπο
ostracizes
ενεστώτα μετοχή
ostracizing
απλός αόριστος
ostracized
παθητική μετοχή
ostracized
Παραδείγματα
The strict religious community would ostracize members who disobeyed their rules.
Η αυστηρή θρησκευτική κοινότητα θα απομονώσει μέλη που δεν υπακούουν στους κανόνες τους.



























