Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
occupational medicine
/ˌɑːkjʊpˈeɪʃənəl mˈɛdəsən/
Occupational medicine
01
επαγγελματική ιατρική
the branch of medical science that aims to prevent and treat job-related illnesses and injuries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























