Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rehab
01
αποκατάσταση, απεξάρτηση
the process of helping someone who has a problem with drugs or alcohol to lead a normal life again
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She checked into rehab to overcome her addiction to prescription medication.
Εγγράφηκε σε αποκατάσταση για να ξεπεράσει την εξάρτησή της από τα φάρμακα που χρειάζονται συνταγή.



























