rehab
re
ˈri:
ri
hab
hæb
hāb

Ορισμός και σημασία του "rehab"στα αγγλικά

01

αποκατάσταση, απεξάρτηση

‌the process of helping someone who has a problem with drugs or alcohol to lead a normal life again 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She checked into rehab to overcome her addiction to prescription medication. 

Εγγράφηκε σε αποκατάσταση για να ξεπεράσει την εξάρτησή της από τα φάρμακα που χρειάζονται συνταγή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store