regulatory
re
ˈrɛ
re
gu
gjʊ
gyoo
la
to
ry
ri
ri
revelatory

Ορισμός και σημασία του "regulatory"στα αγγλικά

regulatory
01

ρυθμιστικός, κανονιστικός

creating and enforcing rules or regulations to control or govern a particular activity or industry 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, governance, business
Παραδείγματα
Compliance with regulatory requirements is essential for businesses operating in the financial sector. 

Η συμμόρφωση με τις κανονιστικές απαιτήσεις είναι απαραίτητη για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα των οικονομικών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

deregulatory
regulatory
regulate
regul
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store