Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regulatory
01
ρυθμιστικός, κανονιστικός
creating and enforcing rules or regulations to control or govern a particular activity or industry
Παραδείγματα
The airline industry is subject to strict regulatory oversight to ensure passenger safety.
Η αεροπορική βιομηχανία υπόκειται σε αυστηρή ρυθμιστική εποπτεία για να διασφαλιστεί η ασφάλεια των επιβατών.
Λεξικό Δέντρο
deregulatory
regulatory
regulate
regul



























