regulatory
Pronunciation
/ˈrɛɡjələˌtɔri/

Ορισμός και σημασία του "regulatory"στα αγγλικά

regulatory
01

ρυθμιστικός, κανονιστικός

creating and enforcing rules or regulations to control or govern a particular activity or industry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The airline industry is subject to strict regulatory oversight to ensure passenger safety.
Η αεροπορική βιομηχανία υπόκειται σε αυστηρή ρυθμιστική εποπτεία για να διασφαλιστεί η ασφάλεια των επιβατών.

Λεξικό Δέντρο

deregulatory
regulatory
regulate
regul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store