Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to thrive on
01
ακμάζω χάρη σε, ανθώ σε
to enjoy something or do well in a particular situation or circumstance, particularly one that other people disapprove of
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
thrive
ενεστώτας
thrive on
γ΄ ενικό πρόσωπο
thrives on
ενεστώτα μετοχή
thriving on
απλός αόριστος
throve on
παθητική μετοχή
thriven on
LanGeek



























