Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
providing (that)
01
με την προϋπόθεση ότι, εφόσον
on the condition that; understanding that
Παραδείγματα
He will move to the new position, providing his current project is completed.
Θα μετακινηθεί στη νέα θέση, με την προϋπόθεση ότι το τρέχον έργο του ολοκληρωθεί.



























