Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to adhere to
01
τηρώ, παραμένω πιστός
to keep following a certain regulation, belief, or agreement
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
adhere
ενεστώτας
adhere to
γ΄ ενικό πρόσωπο
adheres to
ενεστώτα μετοχή
adhering to
απλός αόριστος
adhered to
παθητική μετοχή
adhered to
Παραδείγματα
The employees must adhere to the dress code.
Οι εργαζόμενοι πρέπει να τηρούν τον κώδικα ενδυμασίας.



























