to adhere to
adh
ad
αντ
ere
ˈɛə
εα
to
tu:
του

Ορισμός και σημασία του "adhere to"στα αγγλικά

to adhere to
01

τηρώ, παραμένω πιστός

to keep following a certain regulation, belief, or agreement 
Transitive
to adhere to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
adhere
ενεστώτας
adhere to
γ΄ ενικό πρόσωπο
adheres to
ενεστώτα μετοχή
adhering to
απλός αόριστος
adhered to
παθητική μετοχή
adhered to
Παραδείγματα
The employees must adhere to the dress code. 

Οι εργαζόμενοι πρέπει να τηρούν τον κώδικα ενδυμασίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store