Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reputed
01
αξιόπιστος, σεβαστός
considered to be a certain way, though not necessarily confirmed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reputed
συγκριτικός βαθμός
more reputed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
reputation, evaluation, knowledge
Παραδείγματα
He is a reputed expert in ancient languages.
Είναι αναγνωρισμένος ειδικός στις αρχαίες γλώσσες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
reputedly
reputed
repute



























