Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reputed
01
αξιόπιστος, σεβαστός
considered to be a certain way, though not necessarily confirmed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reputed
συγκριτικός βαθμός
more reputed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
That island is reputed to be cursed, though no one knows for sure.
Αυτό το νησί θεωρείται ότι είναι καταραμένο, αν και κανείς δεν το ξέρει σίγουρα.
Λεξικό Δέντρο
reputedly
reputed
repute



























