reputed
re
ρι
pu
ˈpju:
πγου
ted
tɪd
τιντ
pollutedsuitedunsuitedbooted

Ορισμός και σημασία του "reputed"στα αγγλικά

01

αξιόπιστος, σεβαστός

considered to be a certain way, though not necessarily confirmed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reputed
συγκριτικός βαθμός
more reputed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
reputation, evaluation, knowledge
Παραδείγματα
He is a reputed expert in ancient languages. 

Είναι αναγνωρισμένος ειδικός στις αρχαίες γλώσσες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

reputedly
reputed
repute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store