to swear by
swear
swɛə
sveē
by
baɪ
bai

Ορισμός και σημασία του "swear by"στα αγγλικά

to swear by
01

ορκίζομαι σε, είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι κάτι είναι καλό ή χρήσιμο

to be certain that something is good or useful 
Transitive
to swear by definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by
βασικό ρήμα
swear
ενεστώτας
swear by
γ΄ ενικό πρόσωπο
swears by
ενεστώτα μετοχή
swearing by
απλός αόριστος
swore by
παθητική μετοχή
sworn by
Παραδείγματα
She swears by the healing properties of herbal tea for relieving stress. 

Αυτή ορκίζεται για τις θεραπευτικές ιδιότητες του τσαγιού με βότανα για την ανακούφιση από το άγχος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store