Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swear by
[phrase form: swear]
01
ορκίζομαι σε, είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι κάτι είναι καλό ή χρήσιμο
to be certain that something is good or useful
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by
βασικό ρήμα
swear
ενεστώτας
swear by
γ΄ ενικό πρόσωπο
swears by
ενεστώτα μετοχή
swearing by
απλός αόριστος
swore by
παθητική μετοχή
sworn by
Παραδείγματα
He swears by the effectiveness of the new fitness tracker.
Ο ορκίζεται για την αποτελεσματικότητα του νέου fitness tracker.



























