to swear by
Pronunciation
/swˈɛɹ bˈaɪ/

Ορισμός και σημασία του "swear by"στα αγγλικά

to swear by
[phrase form: swear]
01

ορκίζομαι σε, είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι κάτι είναι καλό ή χρήσιμο

to be certain that something is good or useful
Transitive
to swear by definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by
βασικό ρήμα
swear
ενεστώτας
swear by
γ΄ ενικό πρόσωπο
swears by
ενεστώτα μετοχή
swearing by
απλός αόριστος
swore by
παθητική μετοχή
sworn by
Παραδείγματα
He swears by the effectiveness of the new fitness tracker.
Ο ορκίζεται για την αποτελεσματικότητα του νέου fitness tracker.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store