Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to weigh up
01
αξιολογώ, κρίνω
to observe someone closely to evaluate their character, abilities, etc.
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
weigh
ενεστώτας
weigh up
γ΄ ενικό πρόσωπο
weighs up
ενεστώτα μετοχή
weighing up
απλός αόριστος
weighed up
παθητική μετοχή
weighed up
Παραδείγματα
She decided to weigh him up before entrusting him with the important task.
Αποφάσισε να τον αξιολογήσει πριν του εμπιστευτεί τη σημαντική εργασία.
02
ζυγίζω τα υπέρ και τα κατά, αξιολογώ προσεκτικά
to carefully consider the advantages and disadvantages of a situation before deciding
Παραδείγματα
The student council is carefully weighing up the options for the upcoming school event.
Η μαθητική συμβουλή ζυγίζει προσεκτικά τις επιλογές για την επερχόμενη σχολική εκδήλωση.



























