Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to weigh up
[phrase form: weigh]
01
αξιολογώ, κρίνω
to observe someone closely to evaluate their character, abilities, etc.
Transitive
Παραδείγματα
The journalist spent weeks weighing up the credibility of her sources for the article.
Ο δημοσιογράφος πέρασε εβδομάδες αξιολογώντας την αξιοπιστία των πηγών της για το άρθρο.
02
ζυγίζω τα υπέρ και τα κατά, αξιολογώ προσεκτικά
to carefully consider the advantages and disadvantages of a situation before deciding
Παραδείγματα
The CEO spent hours weighing up the advantages and disadvantages of the merger.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος πέρασε ώρες ζυγίζοντας τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της συγχώνευσης.



























