to lean towards
lean
ˈli:n
lin
to
wards
wɔ:dz
vawdz
lean to
lean toward

Ορισμός και σημασία του "lean towards"στα αγγλικά

to lean towards
01

γκρεμίζομαι προς, προτιμώ

to favor something, especially an opinion 
Transitive: to lean towards sth
to lean towards definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
towards
βασικό ρήμα
lean
ενεστώτας
lean towards
γ΄ ενικό πρόσωπο
leans towards
ενεστώτα μετοχή
leaning towards
απλός αόριστος
leaned towards
παθητική μετοχή
leaned towards
Παραδείγματα
The new evidence seems to lean towards the prosecution's theory. 

Τα νέα στοιχεία φαίνεται να κλίνουν προς τη θεωρία της κατηγορίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store