Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lean towards
01
γκρεμίζομαι προς, προτιμώ
to favor something, especially an opinion
Transitive: to lean towards sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
towards
βασικό ρήμα
lean
ενεστώτας
lean towards
γ΄ ενικό πρόσωπο
leans towards
ενεστώτα μετοχή
leaning towards
απλός αόριστος
leaned towards
παθητική μετοχή
leaned towards
Παραδείγματα
The new evidence seems to lean towards the prosecution's theory.
Τα νέα στοιχεία φαίνεται να κλίνουν προς τη θεωρία της κατηγορίας.



























