Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lean towards
[phrase form: lean]
01
γκρεμίζομαι προς, προτιμώ
to favor something, especially an opinion
Transitive: to lean towards sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
towards
βασικό ρήμα
lean
ενεστώτας
lean towards
γ΄ ενικό πρόσωπο
leans towards
ενεστώτα μετοχή
leaning towards
απλός αόριστος
leaned towards
παθητική μετοχή
leaned towards
Παραδείγματα
The company 's focus leans towards sustainable practices and environmentally friendly products.
Η εστίαση της εταιρείας κλίνει προς βιώσιμες πρακτικές και φιλικά προς το περιβάλλον προϊόντα.



























