Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jolly into
01
ενθαρρύνω, πείθω με καλή διάθεση
to encourage or persuade someone to do something by putting them in a good mood
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
jolly
ενεστώτας
jolly into
γ΄ ενικό πρόσωπο
jollies into
ενεστώτα μετοχή
jollying into
απλός αόριστος
jollied into
παθητική μετοχή
jollied into



























