Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blag
01
κλέβω, εξαπατώ
to obtain something by theft, robbery, or deception
Dialect
British
Transitive
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blag
γ΄ ενικό πρόσωπο
blags
ενεστώτα μετοχή
blagging
απλός αόριστος
blagged
παθητική μετοχή
blagged
Παραδείγματα
He blagged his way into the club without paying.
Εισχώρησε στο κλαμπ χωρίς να πληρώσει.



























