to blag
Pronunciation
/blˈæɡ/

Ορισμός και σημασία του "blag"στα αγγλικά

to blag
01

κλέβω, εξαπατώ

to obtain something by theft, robbery, or deception
Dialectbritish flagBritish
Transitive
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blag
γ΄ ενικό πρόσωπο
blags
ενεστώτα μετοχή
blagging
απλός αόριστος
blagged
παθητική μετοχή
blagged
Παραδείγματα
He blagged his way into the club without paying.
Εισχώρησε στο κλαμπ χωρίς να πληρώσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store