Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wade into
01
εμπλέκομαι σε, πετώ μέσα σε
to engage in an argument, discussion, etc. forcefully or aggressively without consideration
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
wade
ενεστώτας
wade into
γ΄ ενικό πρόσωπο
wades into
ενεστώτα μετοχή
wading into
απλός αόριστος
waded into
παθητική μετοχή
waded into



























