Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Waffle
01
βάφλα, βελγική βάφλα
a dry batter cake that is patterned with small squares on both sides, topped with butter, cream or syrup
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
waffles
Παραδείγματα
The waffle texture adds both warmth and stretch to the shirt.
Η υφή waffle προσθέτει τόσο ζεστασιά όσο και ελαστικότητα στο πουκάμισο.
to waffle
01
διστάζω, κολλώ
pause or hold back in uncertainty or unwillingness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
waffle
γ΄ ενικό πρόσωπο
waffles
ενεστώτα μετοχή
waffling
απλός αόριστος
waffled
παθητική μετοχή
waffled



























