to wade in
wade
weɪd
veid
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "wade in"στα αγγλικά

to wade in
01

εμπλέκομαι, πετώμε μέσα

to aggressively become involved in a fight, argument, etc. without consideration 
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
wade
ενεστώτας
wade in
γ΄ ενικό πρόσωπο
wades in
ενεστώτα μετοχή
wading in
απλός αόριστος
waded in
παθητική μετοχή
waded in

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store