to wade in
Pronunciation
/wˈeɪd ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "wade in"στα αγγλικά

to wade in
01

εμπλέκομαι, πετώμε μέσα

to aggressively become involved in a fight, argument, etc. without consideration
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
wade
ενεστώτας
wade in
γ΄ ενικό πρόσωπο
wades in
ενεστώτα μετοχή
wading in
απλός αόριστος
waded in
παθητική μετοχή
waded in
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store