oppositional
o
ˌɒ
o
ppo
si
ˈzɪ
zi
tio
ʃə
shē
nal
nəl
nēl
appositional

Ορισμός και σημασία του "oppositional"στα αγγλικά

oppositional
01

αντιθετικός

expressing strong disagreement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most oppositional
συγκριτικός βαθμός
more oppositional
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

oppositional
opposition
oppose
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store