infighting
in
ˈɪn
in
figh
faɪ
fai
ting
tɪng
ting

Ορισμός και σημασία του "infighting"στα αγγλικά

01

εσωτερικές διαμάχες, μη φιλικός ανταγωνισμός μεταξύ μελών μιας ομάδας

arguments or unfriendly competition between members of a group 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

infighting
fighting
fight
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store