Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to downvote
01
ψηφίζω κατά, downvote
to show one's disagreement or disapproval of an online post or comment by clicking on a specific icon
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
downvote
γ΄ ενικό πρόσωπο
downvotes
ενεστώτα μετοχή
downvoting
απλός αόριστος
downvoted
παθητική μετοχή
downvoted
Παραδείγματα
Do n't hesitate to downvote posts that you find inappropriate or harmful to discourage similar behavior in the future.
Μη διστάσετε να κάνετε downvote σε αναρτήσεις που θεωρείτε ακατάλληλες ή επιβλαβείς για να αποθαρρύνετε παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον.
Downvote
01
αρνητική ψήφος, αποδοκιμασία
an action of expressing disapproval or disagreement with online content, typically by clicking a button
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
downvotes
Παραδείγματα
Each downvote decreases the visibility of the content.
Κάθε downvote μειώνει την ορατότητα του περιεχομένου.
Λεξικό Δέντρο
downvote
down
vote



























