to write into
write
ˈraɪt
ραιτ
in
ɪn
ιν
to
tu:
του

Ορισμός και σημασία του "write into"στα αγγλικά

to write into
01

εισάγω, περιλαμβάνω

to include a condition in an agreement or contract 
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
write
ενεστώτας
write into
γ΄ ενικό πρόσωπο
writes into
ενεστώτα μετοχή
writing into
απλός αόριστος
wrote into
παθητική μετοχή
written into

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store