writ
writ
rɪt
ριτ
wrist

Ορισμός και σημασία του "writ"στα αγγλικά

01

δικαστική εντολή, δικαστική διάταξη

a formal written order issued by a court requiring someone to do or stop doing something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
writs
Παραδείγματα
The lawyer filed a writ to halt construction. 

Ο δικηγόρος κατέθεσε ένα writ για να σταματήσει την κατασκευή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store