Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to write into
01
εισάγω, περιλαμβάνω
to include a condition in an agreement or contract
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
write
ενεστώτας
write into
γ΄ ενικό πρόσωπο
writes into
ενεστώτα μετοχή
writing into
απλός αόριστος
wrote into
παθητική μετοχή
written into



























