buy-in
buy
baɪ
μπαι
in
ɪn
ιν
lie-intie-ino'brienayin

Ορισμός και σημασία του "buy-in"στα αγγλικά

01

συμφωνία, υποστήριξη

agreement with a certain policy or change 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
buy-ins

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store