Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plant-based
01
φυτικής βάσης, φυτικός
(of a diet or food) completely or mainly consisting of plants
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φυτικής βάσης, φυτικός