wholefood
whole
həʊl
hewl
food
fud
food

Ορισμός και σημασία του "wholefood"στα αγγλικά

01

ολόκληρο φαγητό, φυσικό φαγητό

food that contains little or no artificial substance and is considered healthy 
wholefood definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
whole foods
Παραδείγματα
In her quest for a healthier lifestyle, she replaced processed snacks with whole foods like fruits, nuts, and vegetables. 

Στην αναζήτησή της για έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής, αντικατέστησε τα επεξεργασμένα σνακ με ολόκληρα τρόφιμα όπως φρούτα, ξηρούς καρπούς και λαχανικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

wholefood

whole

+

food

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store