Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ready meal
01
έτοιμο γεύμα, προμαγειρεμένο γεύμα
a meal that is pre-cooked and only needs reheating before it is ready to be eaten
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ready meals
LanGeek



























