Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Greek salad
01
ελληνική σαλάτα, σαλάτα ελληνικού στυλ
a salad made with olives, tomatoes, and feta cheese
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Greek salads



























