pulled pork
pulled
pʊld
poold
pork
pɔ:k
pawk

Ορισμός και σημασία του "pulled pork"στα αγγλικά

01

τραβηγμένο χοιρινό, κρέας χοίρου που μαγειρεύεται αργά μέχρι να μαλακώσει

‌meat of a pig that is typically slow-smoked until it is soft enough to be pulled 
pulled pork definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pulled porks
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store